Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
Home » ΝΕΑ | ΕΚΘΕΣΕΙΣ | ΚΡΙΤΙΚΗ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ » ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΡΑ ΝΑΤΙΑ ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΈΚΘΕΣΗ ΥΦΑΣΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΡΑ ΝΑΤΙΑ ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΈΚΘΕΣΗ ΥΦΑΣΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

της Susan Vargas στη Γκαλερί Blue Iris στην Πάφο το Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Η Susan Vargas (Σούζαν Βάργκας) αναπτύσσει ένα ιδίωμα πολύ προσωπικό αλλά και πανανθρώπινο που γεφυρώνει ευρωπαϊκά ρεύματα με την τέχνη της Κύπρου και της Λατινικής Αμερικής, απ’ όπου κατάγεται, καθώς και τις αξίες του όπου γης λαϊκού πολιτισμού. Οι συνθέσεις της, είτε αυτές είναι ζωγραφικές με χρώμα σε καμβά, είτε σχέδια με μελάνι και κάρβουνο σε χαρτί, είτε συρραπτικές με χρήση υφασμάτων, εμπεριέχουν τη γοητεία του τυχαίου καθώς και τον αυτοσχεδιασμό του παραμυθιού που συχνά καταργεί τους κανόνες της λογικής. Αρκεί να θυμηθούμε τα σχέδιά της, στην έκθεση «Maniera Cypria: Λεμεσός, Μυθιστορία και Μνήμη», την οποία επιμελήθηκα το 2012 στο Κέντρο Ευαγόρα Λανίτη στη Λεμεσό, με τις ακέφαλες μορφές ιερέων που φέρουν προσωπεία ζώων στα χέρια, τους ταυρόμορφους προσκυνητές, που επιπλέουν όρθιοι στο νερό, τις οπτασίες ιπτάμενων ταύρων που εναποθέτουν σπονδές ευχαριστίας και εξιλέωσης στις θεϊκές δυνάμεις, σε διαχρονικά τελετουργικά δρώμενα που εξευμενίζουν το σύμπαν και την οικουμένη.

Συνεπαρμένη από τη μυθολογία και τις θρησκευτικές αφηγήσεις, η Susan Vargas διοχετεύει στις δημιουργίες αλλά και τις εγκαταστάσεις της, όπου το κερί συνιστά προσφιλές υλικό, την ιεροτελεστία της προσευχής, του προσκυνήματος, της ικεσίας και του τάματος αλλά και της προσμονής του θαύματος, που βρίσκει την αντιστοιχία του στη μαγεία του απρόσμενου των λαϊκών αφηγήσεων.

Ράβοντας υφάσματα, μας ταξιδεύει πολύ πίσω στον χρόνο. Ανακαλώ δύο υφασματογραφίες, με τις οποίες η Susan Vargas συμμετείχε στην έκθεση «Mare Nostrum» στην Πύλη Αμμοχώστου, το 2012, που είχα επιμεληθεί. Αναδιπλώνει μέσα από τις υφασματογραφίες αυτές, συναρπαστικές διαδρομές στο παρελθόν, οδηγώντας μας μέσα από την πρώτη δύο χιλιάδες χρόνια προ Χριστού, με σημείο αναφοράς τον ταύρο, επανερχόμενο μοτίβο στο έργο της, τον οποίο μετατρέπει στον μυθικό Μινώταυρο, καθώς διασχίζει με τη βάρκα του το Αιγαίο, διαδίδοντας τη Μινωϊκή τέχνη και κουλτούρα στην Κύπρο, τη Μικρά Ασία αλλά και τη δυτική Μεσόγειο. Η δεύτερη υφασματογραφία αποτελεί ένα αφιέρωμα στην εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Κύπρο, με την άφιξη των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα στην Πάφο κατά τον 1ο αιώνα μετά Χριστόν.

Η Susan Vargas αν και κατάγεται από την Κολομβία, είναι ουσιαστικά πολιτογραφημένη Κύπρια. Έχει πολιτισμικά εντρυφήσει στην Κύπρο, έχει διεισδύσει στους μύθους και την ιστορία του τόπου. Η υφασματογραφία της, υπό τον τίτλο «Βουττά ο ήλιος τζ’ η ρκα εφάνην», με την οποία συμμετείχε το 2017 στην έκθεση «Βασίλης Μιχαηλίδης: Εικαστικές Προεκτάσεις» που επιμελήθηκα στη Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού, είναι εμπνευσμένη από τον ομώνυμο στίχο του Βασίλη Μιχαηλίδη στο διαλεκτικό του ποίημα «Χιώτισσα». Αφηγείται με την απλοϊκή διατύπωση του παραμυθιού, μέσα από τη συρραπτική τεχνική του patchwork, τη σκηνή κατά την οποία η γριά χατζη-Μαρία καταφθάνει «εις της Αγιάνναπας την μερκάν», στο σπίτι όπου κρατείται αιχμάλωτη η νεαρή Χιώτισσα, στη Λεμεσό, προμηθεύοντας την με ναυτική στολή ώστε να δραπετεύσει μεταμφιεσμένη, σαλπάροντας με το καράβι που φεύγει για την πατρίδα της, τη Χίο. Κυρίαρχο στοιχείο η επικράτηση του αφελούς ρεαλισμού των λαϊκών διηγήσεων, όπου η ενδυμασία των προσώπων είναι αδιαμφισβήτητα δηλωτική της ταυτότητας και του γένους τους, έτσι η Χιώτισσα ντυμένη με «ρούχα τους ναύτες, μιαν φορισιάν», σύμφωνα με τη διατύπωση του ποιητή, εκλαμβάνεται ως άντρας του ναυτικού. Η υφασματογραφία αυτή φιλοξενείται μόνιμα πια στη Δημοτική Πινακοθήκη Λεμεσού αφού συμπεριλαμβάνεται στην εικαστική συλλογή «Βασίλης Μιχαηλίδης» που αποκτήθηκε από τον Δήμο Λεμεσού, χάρις στη χορηγία του Δρος Ανδρέα Πίττα.

Αν και οι υφασματογραφίες της, όπως και τα ζωγραφικά της έργα, ενδιαθέτουν μιαν αφηγηματική ελευθερία διέπονται ωστόσο, από μιαν εσωτερική οργάνωση, που δομεί τον χώρο σε ένα διαρκές παιγνίδι ανάμεσα στη μάζα και τα διάκενα, σε οργανικά και ανόργανα σχήματα, σε μεγάλα πλάνα ζωντανών χρωμάτων που εναλλάσσονται με υπόκωφες επιφάνειες ή αναφύονται μέσα από σκούρα φόντα. Στη σχηματική τους πολλαπλότητα τους, οι φόρμες αναπαράγουν το φυσικό και το δομημένο περιβάλλον, την αστική και την αγροτική καθημερινότητα, τα δάση του Αμαζόνιου ή τα χωριά της Πάφου και εν τέλει μια μεταφυσική αναπαράσταση ανθρώπινων και ζωικών φιγούρων που είτε ξεπηδούν μέσα από το σήμερα είτε μέσα από αρχετυπικές μυθολογικές και θρησκευτικές απεικονίσεις.